ακούσκιν η τζιαβαλιά. Μόουξαν ια λίγου. Ύστιρα απου καμόσ ώρα στούμσιν η Μάμου τουν Τάτη. Ιάντσιου τι ήταν;. Δεν ζμπουριάζ η Τάτης. Ξαναστουμπίζ η Μάμου τουν Τάτη. Ιάντσιου να μη ήταν κάνα ζούζουου. Άι μώουξι χαμέν, τλέει η Τάτης. Τέτοια ώρα τι ζούζουου μ΄ αναφέρς;. ΄Υστιρα απού καμόσου ακούσκι πάλι η τζιαβαλιά. Τότι άπκασαν ότι ήταν η Νταής η Μήτης μι τ΄ Λέλιου τ΄ Ριγότου (Αρετή) που κάθουνταν και κουνούχτζαν κ΄ αυτοί μεσ στου θκότς του ιούρτ. Σφώναξι τότε η Τάτης μας. Αι ιόατι ιδά ιτσιάνα να κάτσουμι μαζί να πούμι κάνα ντιπσίζκου να ιουάσουμι καμσούτσκου. Πήγαν κι αυτοί παρέα. Στου μεταξύ είχιν νυχτώσ. Σ΄ λέει η Τάτης. Άκσαμι νια τζιαβαλιά αμ δεν άπκασαμι τι ήταν κι είπιν η ινέκαμ η Τσιάμου (Σταματία) να μη είνι κάνα ζούζουου. Ντγκρουώθκα ιγώ κι τλέου . Τι ζούζουου μι λες τέτοια ώρα μουρή χαμέν; . Μα ντέ, κρέν κι η Νταής η Μήτης. Τέτοια τριουά ιγώ δεν τα πιστέβου. Ούτι κι ιγώ λέει κι η Λέλιου Ριγότου. Συμφωνεί κι η Τάτης.
Τ΄άξιν αυτά που λες η Μπάτης μας ου Κόλιους που ήταν ικί κουντά κρυμένους, κι παέν κι πέρν ντρανή νγκουσιόρα, παίρν κι τ΄γάτα κι σιβέν απού πχάτ απού νγκουσιόρα μαζί μι τ΄γάτα κι χίρσιν να ζβαρνίζιτι κείθι που κάθουνταν η Τάτης μι μπαρέα. Πήρι χαμπάρ η παρέα ότι κάτι παέν κείθι κι χίρσαν να σιουπσιουρίζουντι. Τι είνι, λέει η Μάμου. Κάνας δεν ζμπουριάζ. Να μη είνι ζούζουου, ξαναλέει η Μάμου. Πάλι κάνας δεν ζμπουριάζ. Η Μάμου χίρσιν να στρουμώνιτι κατ΄ τουν Τάτη. Τι είνι Ιάντσιου, ξαναλέει η Μάμου. Ανάσα δεν παίρν η Τάτης. Του ίδιου κι η Νταής η Μήτης. Χίρσιν να στρουμώνιτι κι η Λέλιου Ριγότου κατ΄τουν Νταή τουν Μήτη. Μήπους είνι ζούζουου, λέει κι η Λέλιου Ριγότου. Κάνας δεν απαντάει. Στου μεταξύ ζβαρνίζιτι η Μπάτης μας μι νγκουσιόρα κι τ΄γάτα μαζί. Ζμπαρέα κάνας δεν ανασέν . Χωρίς να χουρατέψ κάνας, ένας – ένας σκώνιτι κι χίρσαν να παέν ταξοπίς. Τότι η Μπάτης βγάν τγάτα απ΄ νγκουσιόρα κι τναμόλκιν κι αυτή μριαουαλίζοντας εξαφανίσκι ινώ αυτός απόμνιν απου πχάτ απού νγκουσιόρα κι σβαρνίζουντας παέν κατ΄ σιαυτοί. Χωρίς να ζμπουριάξ κάνας απού μπαρέα, με πρώτο τουν Νταή του Μήτη που δεν φουβάταν τα ζούζουα , χίρσαν να πιαούν κι δεν ίρσαν ουπίς να ιδούν τουν Μπάτης μας τουν Κόλιου που λιγώθκιν στα ιέλια.
Πήγαν που λες η παρέα στα σπίτια τσ κι χίρσαν να θυμιατίζν να μη πάει του ζούζουου του βράδ κι σπατίσ. Σαμπάλια ντα σκώθκαν σίπιν η Μπάτης του χνέρ που σέφκιασιν κι τότι η Τάτης χάλιψι να τουν δείρ κι σαλντίσκι να τουν πιάσ μα δεν μπόρσι».
Η παραπάνω υποθετική όπως είπα συζήτηση δείχνει περίπου πως μιλούσαν (χουράτευαν) οι θκοί μας (δικοί μας) παλαιότερα. Σήμερα βέβαια η ομιλία τους , «ο χουρατάς τους», βελτιώθηκε πάρα πολύ. Βέβαια σήμερα ελάχιστοι δυστυχώς παλιοί (που ήρθαν από τη Βουλγαρία) βρίσκονται στη ζωή. Τα παιδιά μας σήμερα ελάχιστες λέξεις γνωρίζουν και δεν τις χρησιμοποιούν.
Ο Συντάξας (18-2-2008)
Τρίκαλα Ημαθίας
Επεξήγηση λέξεων:
(Κάκου =Μεγάλη αδερφή. Μουργκίζουντας= βραδιάζοντας. Ιούρτ =Οικόπεδο-αυλή. Κουνούχτζαν= συζητούσαν. Τάτης= Πατέρας. Μάμου =Μάνα. Τζιαβαλιά = υπόκωφη οχλαγωγία, Άπκασαν =κατάλαβαν. Νταής= Μεγαλύτερο συγγενικό πρόσωπο. Δεν ζμπουριάζ =δεν μιλά, δεν απαντά. Μόουξαν = σταμάτησαν να μιλούν. Ζούζουου= φάντασμα. Κουσιώρα = Μεγάλο καλάθι. Σιουψιουρίζουντι =σιγομουρμουρίζουν ανησυχώντας . Σαμπάλια =Πρωί. Σαλντίσκι = όρμησε).


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου