Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2019

"ΔΕΥΤΕΡΕΣ" ΤΟ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ "ΔΙΚΙΑΣ" ΜΑΣ ΕΛΕΝΑΣ ΤΣΑΚΙΡΙΔΟΥβίντεο)

Ο Πανελλήνιος Μαθητικός Λογοτεχνικός Διαγωνισμός διεξάγεται κάθε χρόνο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (Π.Ε.Λ), ο διαγωνισμός αυτός πρόκειται για έναν πανελλήνιο διαγωνισμό που απευθύνεται σε μαθητές γυμνασίου και λυκείου. Συνίσταται σε δύο κατηγορίες, την ποίηση και το διήγημα. Η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (Π.Ε.Λ.) ιδρύθηκε το 1973 και είναι μία από τις πιο παλαιές και δραστήριες λογοτεχνικές ενώσεις της χώρας. Το δυναμικό της Π.Ε.Λ. αριθμεί πάνω από 500 μέλη, τα οποία έχουν πλούσιο πνευματικό και λογοτεχνικό έργο σε όλα τα είδη του λόγου (ποίηση, πεζογραφία κ.λ.π). Πολλά από τα μέλη της έχουν διακριθεί και βραβευτεί σε Πανελλήνιους και Διεθνείς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ πολλοί είναι εκδότες λογοτεχνικών βιβλίων και περιοδικών.

Η Έλενα Τσκιρίδου κόρη του Λεωνίδα και της Λένας Παπανικολάου που διαμένουν στην όμορφη Καβάλα,συμμετείχε στον διαγωνισμό καθώς η συγγραφή αποτελεί από την δευτέρα γυμνασίου την πιο αγαπημένη ενασχόλησή της.Έστειλε το διήγημα "Δευτέρες", ένα διήγημα που έγραψε περίπου έναν μήνα πριν αποφασίσει να συμμετάσχει στον διαγωνισμό. Για την Έλενα  ΟΙ "Δευτέρες" σήμαιναν πολλά... Μια κατακραυγή ίσως στην αγαπημένη αυτή συνήθεια της πλειοψηφίας των ανθρώπων να μισούν τις Δευτέρες, την αρχή της εβδομάδας και του νέου καθημερινού αγώνα ενώ είναι καθαρά στο χέρι τους να τις μετατρέψουν σε μια δημιουργική αρχή.

Το διήγημα καθώς και βίντεο από την βράβευση της παρακάτω:


ΔΕΥΤΈΡΕΣ

Δευτέρα. Μια μικρή λεξούλα. Μια μέρα. Και όμως η μέγιστη φοβία. Δευτέρα πρωί ο εργαζόμενος αγουροξυπνημένος κύριος σιγοπίνει τον καφέ του μουρμουρίζοντας. Το παιδί βλαστημάει που έχει να πάει σχολείο. Ξανά. Μα πότε θα τελειώσει όλο αυτό; Η νοικοκυρά τρίβει τα μάτια της και ξεκινάει να ψαχουλεύει υλικά μέσα στο ντουλάπι. Άλλη μια μέρα. Άλλη μια υποχρέωση. Φαγητό, παιδί στο σχολείο, σφουγγάρισμα, πλύσιμο, λαϊκή αγορά… Ο κόσμος έχει κουραστεί. Κάποιοι προσεύχονται να καταργηθούν οι Δευτέρες. Κι όμως μετά οι μισητές της παρέας θα είναι οι Τρίτες. Και έτσι θα συνεχιστεί ο κύκλος, ένας φαύλος κύκλος της μισητής αρχής. Όλοι μισούν τις αρχές. Σημάδι ότι κάτι κάνουν λάθος στο κουβάρι της ζωής τους. Σημάδι ότι τους φοβίζει ο αγώνας της επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας, αυτό που αποκαλούμε ρουτίνα… Κι αν όμως είναι στο χέρι μας να μην υπάρχει ρουτίνα; Ο φαύλος κύκλος δεν κλείνει ποτέ, γίνεται γάντζος, γάντζος που μας γραπώνει και μας παρασέρνει μαζί του. Σε κρύα γραφεία, σκονισμένες τάξεις και ακατάστατα νοικοκυριά...

    Δευτέρα πρωί. Δεν έχει πάει ούτε επτά η ώρα. Ο κρύος άνεμος γρονθοκοπεί ανελέητα τα εύθραυστα παράθυρα του συρρικνωμένου διαμερίσματός της. Μερικά ξεχασμένα πλαστικά, λευκά ποτήρια κείτονται στο κρύο πάτωμα από την χθεσινή νύχτα…Κάνα-δυο φιλοξενούν ματωμένες σταγόνες κρασιού, αναμειγμένο με την χημεία των φτηνών κραγιόν, ίσως σε κάποια παράξενη απόχρωση. Μωβ ας πούμε. Ένα παλιό, σκουριασμένο ραδιόφωνο παίζει σε επανάληψη έναν απόκοσμο ρυθμό, με συγχορδίες πνευστών και μια λεπτή, θλιμμένη φωνή να παρεμβαίνει απρόοπτα γεμίζοντας με μελαγχολία τις σελίδες του κομματιού. Μια γυναικεία μορφή παραπαίει στην κουζίνα, ψάχνοντας στα τυφλά την κούπα για τον πρωινό καφέ, κάτω από στοίβες πιάτων και τσαλαπατημένων ονείρων. Αμαρυλλίς το όνομά της, όνομα σπάνιο σε αντίθεση με το πόσο “κοινή” αισθανόταν η ίδια. Ήταν σχεδόν τριάντα, με εβένινα κοντά μαλλιά και μάτια με μεγάλα βλέφαρα σε χίλιες αποχρώσεις του πράσινου. Χείλη συνήθως σε μια ειρωνική έκφραση αποδοκιμασίας για τα πάντα. Τα πάντα. Αγαπάει την φύση, την άγρια φύση, αυτήν με τα αγκάθια και τα ανεξερεύνητα δάση. Μορφάζει λες και πονάει η ίδια όταν το βλέμμα της πέφτει σε κανένα χτυπημένο ζώο. Φοβάται το πηχτό σκοτάδι… Και εκείνες τις αστραπές τα κρύα βράδια του Δεκέμβρη. Ή καλύτερα τα κρύα, μοναχικά βράδια του Δεκέμβρη. Έχει δύο μικρά τατουάζ, ένα στον αριστερό της αστράγαλο και ένα κατά μήκος της δεξιάς της κλείδας. Τα βαρέθηκε. Αβελτηρία. Ναι, αυτό την χαρακτηρίζει. Νωθρότητα σκέψης. Πράττει και ύστερα σκέφτεται. Στα πάντα. Θέλει να βγει έξω. Το σκέφτεται σκυμμένη πάνω από τον νεροχύτη που αναδίδει άσχημες μυρωδιές μιας μπαγιάτικης πίτσας, από δυο-τρία βράδια πριν. Το απορρίπτει. Αφήνει κάτω την κούπα. Κυριολεκτικά, κάτω. Περπατάει, θαρρείς χορευτικά, τόσο αέρινα προς τον λερωμένο με κρασί στο δεξί του μπράτσο καναπέ. Αφήνεται. Ο καναπές την κερδίζει. Κλείνει τα μακριά βλέφαρα, σμίγει τα έντονα φρύδια, σφίγγει τα σαρκώδη , σκασμένα χείλη. Αποκοιμιέται. Έχασε.

   Δευτέρα πρωί. Άπνοια. Ο αέρας έχει σταματήσει να μπαίνει αγέρωχος από τις γρίλιες. Η καταιγίδα της χθεσινής νύχτας έχει κοπάσει προ πολλού. Τότε που η Γαλανή κοιμόταν σε μια κατάσταση νευρικότητας, ξεσκέπαστη και σε άβολη στάση, με το ένα χέρι να κρέμεται από το κρεβάτι και τα μακριά, λυτά μαλλιά μπερδεμένα σε ένα κουβάρι χωρίς μίτο της Αριάδνης να υποδηλώνει την αρχή. Πετάγεται μετά από έναν μανιασμένο , εκκωφαντικό ήχο που ερχόταν θαρρείς από δίπλα της. Πάλι είχε αποκοιμηθεί με το κινητό στην παλάμη με τα όμορφα λιμαρισμένα νύχια. Ας είχε θυμηθεί τουλάχιστον να ενεργοποιήσει την σίγαση. Τότε δεν θα ήταν αναγκασμένη να ξυπνήσει στις 8:06, απλά για να ενημερώσει ότι “Ναι καλά είμαι, ναι όλα καλά.”. Δεν θα ήταν αναγκασμένη να ξυπνήσει και να “γράψει” άλλη μια σελίδα από τις τριακόσιες εξήντα πέντε του χρόνου, βασισμένη στην καθάρια λογική αλλά και στις περιστασιακές, βίαιες παραινέσεις των συναισθημάτων. Η Γαλανή έχει τα πιο μαύρα μάτια που ίσως έχεις δει, είναι κοντούλα και “ψεύτικη”, όπως λέει η μαμά της, κατάξανθη αλλά με ελαφρώς ηλιοκαμένο δέρμα. Περίεργος συνδυασμός. Μειδιάζει με ευχαρίστηση κάθε φορά που κερδίζει η αγαπημένη της ομάδα στο ποδόσφαιρο χωρίς πολλούς πολλούς πανηγυρισμούς. Κατεβάζει ελαφρώς το κεφάλι και παίζει με το φερμουάρ της ζακέτας της κάθε φορά που μιλάει με αγνώστους και έχει μονίμως παγωμένα χέρια. Απεχθάνεται τις φωτογραφίες. Δεν θέλει να βλέπει πώς ήταν νεότερη. Σηκώνεται από το στενό κρεβάτι και περπατάει νωχελικά αφήνοντας πίσω της μια μυρωδιά φρεσκάδας. Ίσως είναι λεβάντα από το φτηνό αφρόλουτρό της, ίσως απλά να είχε κυλιστεί πριν στο φρεσκοκομμένο γρασίδι. Σαν αστραπή, περνάει από το μυαλό της η ιδέα να βγει έξω, στο φως. Το κρεβάτι της, απροσδιόριστο το πώς, την τραβάει πίσω σαν μαγνήτης. Ξαπλώνει για “άλλα δέκα λεπτά”. Βολεύεται μπρούμυτα, κλείνει τα απέραντα, σκοτεινά της μάτια σφαλίζοντας τις ενωμένες από την μάσκαρα βλεφαρίδες και αποκοιμιέται. Έχασε.

   Δευτέρα πρωί. Δάκρυα στο παράθυρο από τις στάλες βροχής και περίεργα χρώματα στον μυστήριο ουρανό του Σεπτέμβρη.  Το αχνό γκρίζο μονομαχούσε με το απόλυτο μαύρο. Τρύπωνε και εξαπλωνόταν, έσκαγε σαν πυροτέχνημα και αναδυόταν ξανά σαν νερά ήρεμης λίμνης. Φώτιζε και επισκίαζε το μαύρο. Το έκανε να νιώθει ανίκανο, μικρό. Όμως το εβένινο μαύρο πάντα επικρατούσε στο τέλος. Σαν τις ανθρώπινες χαρές, σκέφτηκε και αμέσως μετάνιωσε για τις μελοδραματικές σκέψεις της. Η Βαλέρια κοιτούσε το ταβάνι με ένα προσηλωμένο ύφος, θαρρείς και προσπαθούσε να λύσει μια περίπλοκη εξίσωση. Ίσως την εξίσωση χρόνου-ανθρώπου. Την φόβιζε το πόσο γρήγορα περνούσε ο χρόνος γι’αυτό και συχνά αρνούταν να τον ακολουθήσει, να πιαστεί από τον μανδύα του.  Για την Βαλέρια συχνά ο λαμπερός ουρανός με τα χρώματα και τα αφράτα σύννεφα μοιάζει μαύρος και τρομακτικός. Το απαλό κελάηδισμα των αιθέριων πουλιών ακούγεται σαν βροντή. Ο μικρός παφλασμός του κύματος που σκάει στην χρυσή αμμουδιά ακούγεται σαν ολόκληρη θαλασσοταραχή. Καταποντισμός. Ανατριχιάζει συνέχεια στο άκουσμα μουσικής. Αφήνει τα σμαραγδί της μάτια να περιπλανιούνται συνέχεια σε εικόνες και επιφάνειες, λείες και αδρές. Νιώθει εξερευνητής. Εξερευνητής του αγνώστου που δεν μπορεί να αισθανθεί σε όλο της το είναι. Έχει πάψει να χτενίζει τα μελί σγουρά της μαλλιά. Έχει επαναπαυτεί στην ιδέα ότι δεν χρειάζεται να δείχνει όμορφη. Συχνά φοράει ανάποδα τα ρούχα της μέσα σε έναν βίαιο αγώνα να ετοιμαστεί σε πέντε λεπτά. Γιατί τα υπόλοιπα θα κοιτάζει το λευκό ταβάνι. Θα νιώσει το απόλυτο κενό μέσα στην πλήρη ενσυναίσθ ηση της μη ύπαρξής του. Έχει διάσπαρτες φακίδες στο νεανικό της πρόσωπο και απολαμβάνει να τρώει και δεύτερη, και τρίτη μπάλα παγωτού. Στιγμιαία, σκέφτεται να γυρίσει το παλιό πόμολο και να βγει έξω για λίγο. Αλλά η ζεστασιά της πολυθρόνας την κρατάει εκεί αλυσοδεμένη με αόρατες αλυσίδες. Τοποθετεί τα μακριά της χέρια πίσω από τον αυχένα, τα πόδια στο χαμηλό, δρύινο τραπεζάκι και παραδίνεται σε έναν ακόμα βαθύ ύπνο. Έχασε.

   Το παλιό, ξεθωριασμένο λεωφορείο είναι σχεδόν άδειο. Μόνο τρεις γυναικείες παρουσίες κάθονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Και οι τρεις χαμένες θαρρείς σε έναν δικό τους κόσμο. Έναν κόσμο διακριτικό αλλά και κραυγαλέο. Κατεβαίνουν στην ίδια στάση και βαδίζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Φαίνεται να μην νιώθουν ό,τι κάνουν. Εντελώς τυχαία, συναντιούνται σε μια διασταύρωση. Η μια έχει μια έκφραση αποδοκιμασίας αποδοκιμάζοντας θαρρείς τον ίδιο τον ουρανό. Η άλλη χαμογελάει αμυδρά λες και μόλις είχε κερδίσει η αγαπημένη της ομάδα. Η τρίτη περιφέρει ερευνητικά το γαλανό βλέμμα της στις άλλες δυο. Για μερικά λεπτά, θαρρείς και πρόκειται να ανταλλάξουν κουβέντα. Τελικά, προσπερνάν η μια την άλλη. “Ο καναπές μου, το κρεβάτι μου, η πολυθρόνα μου” αντηχεί σε τρεις διαφορετικούς εγκεφάλους. Έφτασε Τρίτη.



   Αυτές ήταν οι "Δευτέρες". Στα μέσα Μαΐου του 2018 ( 17 ετών φοιτούσε στην δευτέρα λυκείου) ενημερώθηκε από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών ότι το διήγημα της απέσπασε την Πρώτη θέση στην κατηγορία "Διήγημα" στην ηλικιακή ομάδα του Λυκείου!

Από το το trikala-imathias.gr πολλά συγχαρητήρια και με την ευχή για ακόμη μεγαλύτερες διακρίσεις!






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...